8 Σεπτεμβρίου 2007

το Λιμάνι του Λιονταριού.

Τότε οι Τούρκοι ονόμασαν το λιμάνι ΑΣΛΑΝ ΛΙΜΑΝΙ, – το Λιμάνι του Λιονταριού – ενώ οι Έλληνες επί τουρκοκρατίας εκάλουν το λιμάνι Πόρτο Δράκο ή και απλώς Δράκο. Η ονομασία αυτή από τους Έλληνες πρέπει να αποδοθεί μάλλον σε δεισιδαιμονία. Δράκος στην αρχαιότήτα σημαίνει όφις ενώ στη σύγχρονη διάλεκτο σημαίνει τέρας, θηρίο, λέοντα ή ζώο αφύσικο με παράξενο σχήμα, το Λιοντάρι φάντασμα στον ερειπωμένο Πειραιά. «Πλην του λιμένος και η απ’ Αθηνών προς τον λιμένα άγουσα οδός ονομάζετο ‘του Δράκου’, και ούτω την συναντώμεν ακόμη και εις τα συμβόλαια των χρόνων της επαναστάσεως» (Ι. Μελετόπουλος, «Πειραϊκά»).

Πάντως το πελώριο μαρμάρινο άγαλμα στο λιμάνι φάνταζε σαν ένα φοβερό φύλακα που φρουρούσε το λιμάνι, ένα δράκοντα που ενσάρκωνε την παλιά δύναμή του και τα μυστικά του λιμανιού. Άλλωστε ο Λέων του Πειραιώς ως δράκος συμβόλιζε την ειδωλολατρική καταγωγή της κλασικής περιόδου, μια ακόμη μαρτυρία ότι είχε τοποθετηθεί στην κλασική εποχή.


Ο Λέων του Πειραιώς συμβόλιζε τη δύναμη και τον πλούτο της Αθηναϊκής Ναυτικής Ηγεμονίας. Άλκιμος ήταν ο Λέων του Πειραιώς με υψωμένο το περήφανο κεφάλι του, το αγέρωχο βλέμμα του, ατενίζοντας το πέλαγος. Στόλιζε την είσοδο του λιμανιού γι’ άλλους από το ακρωτήριο του Αλκίμου (στην ακτή Ξαβερίου) και γι’ άλλους κοντά στο «παληό ρολόι».

Ο Ούρλιχτ υποθέτει ότι οι αρχαίοι ονόμαζαν Άλκιμον (ισχυρόν) τον υπερμεγέθη λέοντα «εκ λευκού λίθου καθημένου επί των οπισθίων ποσών. Ούτως ήτο τοποθετημένος κατά την αρχαιότητα επί της εν λόγω ακτής, δεξιά των εισερχομένων εις τον λιμένα, οιονεί φρουρός της εισόδου αυτού».

Ενώ ο δικός μας Ιωάννης Μελετόπουλος γράφει: «Κάθηται επί των οπισθίων ποδών, έχει ύψος κατά τι υπερβαίνον τα τρία μέτρα. Αι αναλογιαι του είναι καλαί, αι δε γραμμαί δεικνύουν ρώμην. Εκ πρώτης όψεως και μακρόθεν παρουσιάζει καταπλήσσουσαν ομοιότητα με τον λέοντα της Χαιρωνείας, μόλις όμως τον παρατηρήσει τις εκ πλησίον εκπλήσσεται εκ της ομοιότητος, την οποίαν παρουσιάζει η μορφή του προς ανθρωπίνην». Δε μπορεί να χαρακτηριστεί ως έργο αρίστης τέχνης, για τον Πειραιά όμως έχει αναμφισβήτητα ιστορική αξία, αφού έδωσε και το όνομά του (PORTO LEONE).

Άγνωστη είναι η χρονολογία εγέρσεώς του, καθότι περιηγητές και γεωγράφοι της Αρχαιότητας, Παυσανίας, Στράβων και άλλοι δεν τον αναφέρουν.

Πάντως πολλοί (Rufn, Watbled, Γρηγορόβιος, Σχινάς, Αλβανιτόπουλος) έχουν τη γνώμη ότι είναι έργο της κλασσικής περιόδου τότε που ήκμαζε ο Πειραιάς. Μάλιστα υποθέτουν ότι ανεγέρθη μετά την Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.) και ήταν σύμβολο δύναμης και πνεύματος κυριαρχίας.

Ο Rufn μάλιστα ασχοληθείς ιδιαιτέρως με τον Λέοντα του Πειραιώς, καθορίζει ότι είναι έργο του 5ου αιώνα π.Χ. και από πεντελικό μάρμαρο. Ο Ιταλός γλύπτης Antonio Canova (1757-1822) ο οποίος τον είδε στη Βενετία με τον Akerblad εξέφρασε τη γνώμη του ότι είναι έργο των κλασσικών χρόνων. Άποψη που συμμερίζεται και ο Laborde.

Και η σύγχρονη γλύπτρια Μαίρη Παπακωνσταντίνου υποστηρίζει ότι είναι έργο της περίφημης Χιακής Γλυπτικής Σχολής (7ος-5ος αιώνας π.Χ.).

Άλλοι – ανάμεσά τους και ο Akerblad – το χαρακτηρίζουν ως έργο ρωμαϊκό, με πιθανή χρονολογική τοποθέτησή του στον Πειραιά το 176 μ.Χ. κατά τους χρόνους των Αντωνίνων. Και άλλοι πιστεύουν – όπως και ο Karl Hopf – ότι φιλοτεχνήθηκε και τοποθετήθηκε στον Πειραιά την εποχή της Φραγκοκρατίας από τον δούκα των Αθηνών Γκυ Β΄ De la Roche (1287-1308). Ενώ ο Peter Lock υποστηρίζει ότι ο Αντώνιο Α΄ Ατζαγιόλι τοποθέτησε στην είσοδο του λιμανιού δυο μαρμάρινα λιοντάρια από τα οποία πήρε την ονομασία Πόρτο Λεόνε (σ. 421).

Ο Δημ. Γρ. Καμπούρογλος ερωτηθείς κάποτε σχετικώς απάντησε: «Το άγαλμα του ονοματίσαντος τον Πειραιά Δράκον, το εγνώριζαν και οι Ατζαγιώλοι και οι Δελαρός ακόμη. Βεβαίως όμως και οι Βυζαντινοί και ίσως λίγο παραπάνω. Εξάγομεν δε τούτο από την παλαιότητα του δρόμου του Δράκου. Ακριβέστερον όμως και από πότε ο Πειραιεύς ονομάστηκε Δράκος θα μας το πουν οι θρυλοφόροι…». Ακόμη και η Αθήνα είχε αλλάξει όνομα. Ένας γαλλικός πορτολάνος του 1645 γράφει «Ο κόλπος της Αίγινας μερικές φορές ονομάζεται της ‘Setines’ που είναι το καινούριο όνομα της Αθήνας».

Ο μελετητής του Πειραιά Ι. Μελετόπουλος ισχυρίζεται ότι ο χρόνος ανεγέρσεως του λέοντος ως και επ’ αυτού και ο χρόνος χαράξεώς του είναι άλυτο πρόβλημα. Κι όπως γράφει ο Guillet (1667): «Το ωραιότερο λιοντάρι του Πειραιά έχει ανοικτό το στόμα και κοιτάζει προς τη θάλασσα. Σου δίνει την εντύπωση πως μουρμουρίζει και είναι έτοιμο να ορμήσει στα αραγμένα καράβια»

Γύρω από τον Λέοντα του Πειραιώς αναπτύχθηκαν πολλές δεισιδαιμονίες, διηγήσεις και μύθοι, που επηρέασαν το κοινό αίσθημα και συνέδεσαν την ομοιότητα της μορφής του Λέοντος προς ανθρώπινη αλλά με «υπερφυσικά χαρακτηριστικά» που δικαιολογούν το προσωνύμιο του «Δράκου» και αναφέρουν «ότι ο Λέων του Πειραιώς είχε τόσο τερατώδη μορφή, ώστε μια τουρκάλα που ήταν έγκυος και συνέπεσε να τον κοιτάξει, γέννησε «τέρας» με πρόσωπο λιονταριού», όρθια αυτιά σαν του λαγού και πόδια παιδιού. Το «τέρας» πήδησε αμέσως στη γη και άρχισε να βγάζει κραυγές, όμοιες με γαύγισμα σκύλου. Οι τουρκικές αρχές διέταξαν τη θανάτωσή του και απαγόρευσαν στο Γάλλο χειρούργο Fouchon να το ταριχεύσει και να το στείλει στη Γαλλία (Χρ. Πανάγου «Πειραιάς» σ. 293).

Κατά την ελληνική παράδοση μια γυναίκα όταν αντίκρυσε τη μορφή του λιονταριού, του δράκου, έκανε αποβολή και αυτό θεωρήθηκε ως οιωνός της αρπαγής του Λιονταριού. Ακόμη κατά την παράδοση από το στόμα του «Λέοντος» έτρεχε νερό όπως αναφέρει ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή, που επισκέφθηκε τον Πειραιά τον 17ο αιώνα. Ίσως να χρησιμοποιήθηκε και ως «κρήνη». «Είναι πιθανόν ότι και τα πλοία υδρεύοντο εις αυτήν και ότι ο Λέων ετέθηκε εις φυλακή του λιμένος ως σύμβολο της αγρυπνίας και της ισχύος» (Εφημ. «Η Αιγιναία»). Αλλά υπάρχει και μια αρχαία παράδοση. «Η μητέρα του Περικλή, η Αγαρίστη, ανηψιά του Κλεισθένη και γυναίκα του Ξανθίππη, έγκυος ονειρεύεται ότι γέννησε ένα λιοντάρι και μετά από λίγες μέρες έφερε στον κόσμο τον Περικλή, τον δημιουργό του Χρυσού Αιώνα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος «περί Αγαρίστης διηγούνται οι αρχαίοι ότι ιδούσα καθ’ ύπνοις ότι έτεκεν λέοντα, έτεκεν μεθ’ ημέρας ολίγας τον Περικλέα». Το ίδιο δεν συμβαίνει με τη Σιγκαπούρη, την πόλη του Λιονταριού; Οπτασία είδε ο ναυαγός Ινδός πρίγκιπας, ένα παράξενο τέρας με κεφάλι λέοντος, ενός Σίγκα που πήρε το όνομά του. Πιθανόν και ο Περικλής να έστησε τον Λέοντα του Πειραιώς γιατί όπως τόνιζε: εξαναγκάσαμε κάθε θάλασσα και στεριά ν’ ανοίξει πέρασμα στην τόλμη μας και στήσαμε μαζί σε κάθε μέρος αθάνατα μνημεία και για τις συμφορές και για τις νίκες μας (επιτ. Κεφ. 41).

Τότε ο Πειραιάς ήταν το κλειδί της ακμής των Αθηνών και ο Λέων του Πειραιώς δέσποζε ανάμεσα στα άλλα αξιόλογα οικοδομήματα.

Αυτό το υπέροχο πειραϊκό σύμβολο, ο Λέων του Πειραιώς, συμβόλιζε την αίγλη του Πειραιά της εποχής εκείνης για να δώσει την εποχή της φραγκοκρατίας το όνομά του, το Λιμάνι του Λιονταριού, το Πόρτο Λεόνε, για έξι περίπου αιώνες από τους Φράγκους.

«Από τις αρχές του 15ου αιώνα κρατούσε το όνομα του Λέοντα ή Πόρτο Λεόνε, όπως ήταν γνωστό ως τα χρόνια της Τουρκοκρατίας από το μαρμάρινο λιοντάρι που βρισκόταν εκεί και μεταφέρθηκε από το Μοροζίνη στη Βενετία όπου ως τώρα φυλάει την είσοδο του ναυστάθμου, περιμένοντας τη μέρα που όλοι οι κλεμμένοι θησαυροί θα αποδοθούν στην ελεύθερη Ελλάδα», όπως τονίζει ο W. Miller (σ. 392). Και σημειώνει ο μεταφραστής του, Άγγελος Φουριώτης, «Η Ελλάς έγινε ελεύθερη αλλά οι θησαυροί της δεν γύρισαν. Αν γινόταν αυτό δεν θα ’χαν αξία τα διάφορα μουσεία της Ευρώπης που χρωστούν, κατά μεγάλο μέρος, τη φήμη τους στα κλεμμένα ελληνικά αριστουργήματα αποκτηθέντα σε μέρες όπου επαλήθευε η παροιμία: δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται»

Πόρτο Λεόνε από τους Ενετούς, Πόρτο Δράκο από τους Έλληνες και Ασλάν Λιμάνι από τους Τούρκους και διατήρησε αυτές τις ονομασίες και μετά την αρπαγή του από τον Φραγκίσκο Μοροζίνη (1687).

1 σχόλιο:

George Holiastos είπε...

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ
Copyright Γιώργης Χολιαστός




Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ

Πολλοί μιλάνε για την αρχαία Αθήνα του Περικλή σαν τη γενέτειρα της Δημοκρατίας.
Και σαν απόδειξη αυτής τους της άποψης φέρνουν τον επιτάφιο λόγο που εκφώνησε ο Περικλής πάνω από τα πτώματα των πρώτων νεκρών του πελοποννησιακού πολέμου,λόγο που αναφέρει κατά κάποιον τρόπο τα στοιχεία της δημοκρατίας αυτής.
΄Ομως ο ίδιος αυτός ο επιτάφιος,αν εξεταστεί διαλεκτικά,αποδείχνει πως μόνο δημοκρατία δεν ήτανε το πολίτευμα του Περικλή.
Είναι βέβαιο ότι ο επιτάφιος αυτός ποτέ δεν εκφωνήθηκε από τον Περικλή ούτε και από κανέναν άλλο.
Γράφτηκε από τον Θουκυδίδη,ο οποίος με τις πευματικές και συγγραφικές του ικανότητες έκανε αυτόν τον λόγο ένα μνημείο τελειότητας για την αγαπημένη πόλη του,την Αθήνα.
Μερικοί ξεχνούν ότι όλα όσα αναφέρονται στον επιτάφιο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα,και θεωρούν πως η αρχαία Αθήνα ήταν ό,τι ο επιτάφιος αυτός θέλει να μας παρουσιάσει.Και γενικεύοντας απλώνουν τον μανδύα της τελειότητας και σε όλη την αρχαία Ελλάδα,με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν ένα μύθο δημοκρατίας,ελευθερίας και δικαιοσύνης,που δήθεν η αρχαία Ελλάδα είχε,με κέντρο της την Αθήνα,αναπτύξει.
Και όσοι τα λένε αυτά κάνουν ότι ξεχνούν πως όλοι οι πολιτισμοί που φάνηκαν πάνω στη γη και που στο μέλλον θα φανούν πάνω σ' αυτή,έχουν την ίδια αξία και τον ίδιο σκοπό υπηρετούν.Και κάνουν ότι το ξεχνούν γιατί το συμφέρον τους έτσι τους υπαγορεύει να κάνουν,εν γνώσει τους διαστρεβλώνοντας την ιστορία αλλά και την ίδια την ιδέ του πολιτισμού σαν κοινωνικού και γενεσιουργού προόδου φαινομένου.
Ας απομυθοποιήσουμε λοιπόν την αρχαία Αθήνα,την αρχαία Ελλάδα, και τον πολιτισμό της,όσο τουλάχιστον μας δίνει την ευκαιρία να κάνουμε η ίδια η Αθήνα,και με όπλο που δανειζόμαστε από την ίδια την αρχαία Αθήνα-τον επιτάφιο λόγο του Περικλή.
Χωρίς σπουδαίους προλόγους ας δούμε τον επιτάφιο.
Εκεί είναι τα σπουδαία.
Στο 36-1 μας λέει ο Περικλής ότι θα αρχίσει την ομιλία του με τους προγόνους.
Και μόνο τούτο θα ήτανε αρκετό για να μας πείσει για την αδυναμία του Περικλή να σταθεί μόνος του στα πόδια του σαν ηγέτης.
Ζητάει τη βοήθεια των προγόνων για να μπορέσει να πείσει τους ακροατές του για ό,τι πρόκειται να πει.
Δεν αρχίζει από τους Θεούς.Ηθελημένα η λέξη Θεός δεν ακούγεται ούτε μια φορά στο κείμενό του.
Αυτό δείχνει την αμετροέπειά του αλλά φορά στους θεούς. Από τους προγόνους πιάνεται για να φτάσει εκεί που θέλει.
Δηλώνει έτσι πως ό,τι καλό επακολουθήσει στην ομιλία του για την Αθήνα,αυτό έγινε από τους προγόνους.Από τους πατεράδες δηλαδή,τους παππούδες και τους προπαππούδες εκείνων που τον ακούνε τη στιγμή εκείνη που μιλάει.
Ποιος θα τολμούσε να αντιτείνει ότι οι πρόγονοί του δεν ήσαν άξιοι μιας τέτιας μνείας;΄Οτι οι προγονοί του δεν έκαναν καλά ό,τι έκαναν;
Βάζει λοιπόν τα θεμέλια με τον τρόπο αυτόν ο Περικλής,και πια,εκεί πάνω μπορεί να χτίσει ό,τι θέλει χωρίς τον κίνδυνο να γκρεμιστεί αυτό από κείνους που τον ακούνε.
Πάντοτε οι κυβερνήτες αρέσκονται να συνδέουν το παρόν με το παρελθόν,γιατί το παρελθόν είναι οι ρίζες από τις οποίες τρέφεται το σήμερα.
Το παρελθόν είναι η παράδοση,είναι η πεπατημένη οδός,που καθοδηγεί σίγουρα τους κυβερνήτες εκείνους που δεν θέλουν να αλλάξουν τίποτε από τα υπάρχοντα,επειδή αυτά τους βολεύουν.
Κανένας που καλοπερνάει όπως είναι τα πράγματα,δεν θα αρχίσει κάτι από την αρχή,γιατί αυτό το κάτι θα μπορούσε να πάρει δρόμο
φιλολαϊκόν,φιλελεύθερον,πραγματικά δημοκρατικόν,και αυτό δε συμφέρει εκείνους που θέλουν να καλοπερνάνε από την εξουσία τους μόνον αυτοί και η κλίκα τους.

Στο 37-1 ο Περικλής μας λέει ότι δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου κυβερνούν οι περισσότεροι.
Η αρχαία Αθήνα είχε τρακόσες χιλιάδες κατοίκους.Από αυτούς οι εκατό χιλιάδες ήσαν δούλοι,οι εκατό χιλιάδες γυναίκες-χωρίς κανένα δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά-,και μόνον οι υπόλοιποι εκατό χιλιάδες ήσαν αθηναίοι πολίτες.
Και μόνον οι πολίτες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά.
Και αν λοιπόν ακόμα οι μισοί συν έναν αθηναίοι πολίτες κυβερνούσαν την Αθήνα,αυτό μας κάνει ότι πενήντα χιλιάδες από τις τρακόσες κυβερνούσαν.΄Ωστε ούτε σύμφωνα με τη γνώμη του Περικλή για τη δημοκρατία,η αθηναϊκή πολιτεία δεν ήτανε δημοκρατική με τα σημερινά δεδομένα.Γιατί δημοκρατία σε μια χώρα υπάρχει μόνον όταν αυτή αφορά σε όλους τους πολίτες της.
Ξέρω τι θα μου πουν μερικοί-ότι τότε η δουλεία ήτανε θεσμός,πως το να είναι κανείς δούλος ήτανε στοιχείο της τότε κοινωνίας και τα λοιπά και τα λοιπά.
Είτε όμως έτσι ήταν τα πράγματα είτε αλλιώς,δημοκρατία δεν υπήρχε,παρά υπήρχε μόνον ό,τι εννοούσε σαν δημοκρατία ο Περικλής.
Βέβαια αν πάρουμε υπόψη μας πως και σήμερα δεν υπάρχει ορισμός της δημοκρατίας,και ότι κάθε δικτάτορας η κάθε δημοκρατικός ηγέτης λέει πως έχει δημοκρατία στη χώρα του,και σήμερα ακόμα δεν θα έπρεπε να μιλάμε για δημοκρατία σε καμμία περίπτωση-θα έπρεπε να έχουμε διαγράψει αυτήν τη λέξη από το λεξιλόγιό μας.
Αφού όμως ο Περικλής την αναφέρει σαν στοιχείο της πόλης των αθηναίων,και μάλιστα αφού η λέξη επικράτησε για να δηλώσει ότι το πολίτευμα της τότε Αθήνας ήτανε το τέλειο σύστημα δικυβέρνησης,πρέπει κι εμείς να δεχτούμε τον όρο με σκοπό να τον φέρουμε στα μέτρα τα οποία πραγματικά είχε στην Αθήνα του Περικλή.
Στο ίδιο,σπεύδει ο Περικλής να δηλώσει μετά τα παραπάνω,ίσως σε μια προσπάθεια να καλλιτερέψει την εικόνα της αθηναϊκής δημοκρατίας που έδωσε αμέσως πριν,πως: "ωστόσο οι νομοι,όταν είναι για τις ιδιωτικές τους διαφορές (εννοεί των πολιτών),δίνουν σε όλους τα ίδια δικαιώματα".
Τι ωραία που τα λέει ο πρώτος πολίτης της αθηναϊκής δημοκρατίας! Φυσικά εννοεί το δικαίωμα να πίνουν όλοι νερό από τις δημόσιες κρήνες,το δικαίωμα να αναπνέουν,ακόμα το δικαίωμα να ανοίγουν καταστήματα,να εργάζωνται με εξευτελιστικά μεροκάματα,το δικαίωμα να δυστυχούν,και άλλα τέτια δικαιώματα.
Το δικαίωμα στην δίκαια κατανομή του πλούτου είναι ιστορικά γνωστό πως δεν περιλαμβάνονταν στα δικαιώματα που με τόσην απλοχεριά χάριζε στους αθηναίους πολίτες ο Περικλής.
Σαν άλλος θεός κι εκείνος είχε δώσει το δικαίωμα στους πολίτες του να τρώνε από τους καρπούς όλων των δέντρων,αλλά τους απαγόρευε να τρώνε από το δέντρο του Καλού.
Και οι πολίτες δέχονταν να ζουν με τον τρόπο αυτόν μέσα στην πόλη εκείνη.
Αν ήθελαν ας έκαναν κι αλλιώς-ο πέλεκυς του νόμου,που δεν περιλάμβανε στα δικαιώματα που έδινε στους πολίτες και το δικαίωμα στην ευτυχία,έπεφτε βαρύς πάνω στα κεφάλια τους όταν προσπαθούσαν να ζήσουν κι αυτοί ανθρωπινά.
Στον επιτάφιό του βλέπουμε λοιπόν ότι ο Περικλής βρίζει τους φτωχούς μπροστά στα ίδια τους τα μάτια και τα αυτιά,κι εκείνοι τον ακούνε αδιαμαρτύρητα.Σαν πρόβατα.
Και ο Περικλής συνεχίζει λέγοντας πως ναι μεν όλοι έχουν ίσα δικαιώματα αλλού,όμως,όταν πρόκειται να διαλεχτούν οι κυβερνήτες της πολιτείας,τότε δεν γίνεται κυβερνήτης ο κάθε πολίτης,αλλά ο ικανότερος.
Ας προσπαθήσουμε να δούμε ποιος μπορεί να ήταν ο ικανός για τα αξιώματα της πολιτείας στην αρχαία Αθήνα.
Θα ήταν ίσως ένας μανάβης που από μικρό παιδί δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ για το μεροκάματο; ΄Οχι βέβαια.
Ποιος θα ήταν;
Μήπως ένας μπακάλης,ένας ιχθυοπώλης,ένας βιοτέχνης;
΄Οχι βέβαια.
Ποιος θα μπορούσε να είναι ο ικανότερος;Μα ποιος άλλος από ένα
πλουσιόπαιδο που θα είχε το χρόνο και το χρήμα να σπουδάσει τις επιστήμες και τις τέχνες που απαιτούνται για τον σκοπό αυτόν;
Οι φτωχοί λοιπόν έξω και από τη διοίκηση της πολιτείας.
Ωραία πόλις,ηθική,αγγελικά πλασμένη...

Στο 37-2 διαβάζουμε: "Δεν κυττάζουμε υποψιασμένοι ο ένας τον άλλον στις καθημερινές μας δουλειές' δε θυμώνουμε με το γείτονά μας αν τυχόν κάνει κάτι κατά την όρεξή του,κι ούτε παίρνουμε την όψη του πειραγμένου,πράγμα που αν δε βλάφτει όμως στενοχωρεί τον άλλο."
Αλήθεια τι θαυμαστή επίτευξη!Ο πλούσιος δεν παίρνει την όψη του πειραγμένου όταν βλέπει τον φτωχό να πεινάει,γιατί ο φτωχός μπορεί να στενοχωρηθεί απ΄ αυτό,και τότε πάει η δημοκρατία που δεν ανέχεται να στενοχωρεί ο ένας τον άλλο.Αλλά ούτε ο φτωχός παίρνει την όψη του πειραγμένου όταν βλέπει τον πλούσιο να του πίνει το αίμα,γιατί τώρα θα υπήρχε ο φόβοε ο πλούσιος να στενοχωρηθεί από αυτό,και τότε πάει περίπατο όχι μόνον η δημοκρατία αλλά και ο ίδιος ο φτωχός...Εδώ η λογική λέει πως έχουμε να κάνουμε ή με ένα λαό ηλιθίων ή με ένα λαό που η καταπίεσή του από την εξουσία είχε τόση ζημιά κάνει μέσα του,που είχε γίνει εσωτερική καταπίεση και άγχος,με συνέπεια έναν άθλιο τρόπο ζωής.Και επειδή ηλίθιος τόσο πολύ κανένας λαός δεν είναι,ισχύει το δεύτερο σκέλος της υπόθεσης,πως ο αθηναίος πολίτης ήταν τρομοκρατημένος μέχρι βουβαμάρας.
Φαίνεται πως η πλύση εγκεφάλου που έκανε ο Περικλής στους Αθηναίους,τους είχε κάνει ανίκανους όχι μόνο να διαμαρτυρηθούν ή να αντιδράσουν σε κάτι άδικο που τους γινόνταν,αλλά ούτε ακόμα και να συνειδητοποιήσουν ότι αδικούνται.Μόνο γελούσαν και ευχαριστιόνταν,μας λέει ο Περικλής, όταν το άδικο τους χτυπούσε.
Πόσο μεγάλος πρέπει να ήταν ο τρόμος που είχε βάλει ο Περικλής μέσα στις ψυχές των άμοιρων αθηναίων που αυτοί ούτε την όψη του πειραγμένου να μην μπορούν να πάρουν όταν νιώθανε πάνω στο πετσί τους την αδικία και τον εμπαιγμό του ισχυρού διπλανού τους..
Και δεν είναι καθόλου δύσκολο να εξηγήσουμε την κατάσταση αυτήν.΄Οταν ο φτωχός αθηναίος δεν έχει τα χρήματα που απαιτούνται για να πάει στα δικαστήρια όταν αδικείται,οταν ο πλούτος είναι εχέγγειο ατιμωρησίας,όταν η κλίκα του Περικλή λύνει και δένει στην Αθήνα,όταν βλέπει πώς τιμωρούνται οι "σύμμαχοι" που τολμούν να σηκώσουν κεφάλι,τότε πώς αυτός θα διανοηθεί να σηκώσει το δικό του;
Κι αν κανένας από τους αθηναίους πολίτες είχε κάποιαν ελπιδοφόρα υποψία πως τα πράγματα δεν είναι τόσο τρομερά όσο δείχνουν,και θαρρούσε πως είχε περιθώριο άμυνας,αυτός,πηγαίνοντας στο θέατρο,έπαιρνε την σίγουρη απάντηση από το παράδειγμα που αυτό έδινε με τις παραστάσεις του,ώστε ο άμοιρος πολίτης εγκατάλειπε κάθε ελπίδα και ξαναγύριζε με σκυμμένο το κεφάλι στο μαντρί από όπου είχε προσπαθήσει να βρει έξοδο.
.
Τα θεωρικά ήσαν χρήματα που δίνονταν στους φτωχούς για να πάνε στο θέατρο.
°Από τον θεσμό αυτό των θεωρικών,φαίνεται όλη η σαπίλα του αθηναϊκού καθεστώτος και όλη η βρωμιά του ξεσκεπάζεται,αν κανείς θέλει να δει τα πράγματα όπως είναι,και όχι όπως τα βλέπει ένας ομοτράπεζος του Περικλή-ένας απολογητής της πλουτοκρατίας.
Και να γιατί: αν οι αθηναίοι δεν είχαν λεφτά να πάνε στο θέατρο,καταλαβαίνει κανείς τη φτώχεια που τους έδερνε.
Αν πάλι είχαν λεφτά να πάνε στο θέατρο και δεν πήγαιναν,καταλαβαίνει πάλι κανείς ότι δε θέλανε να πάνε στο θέατρο.
Και όταν μιλάμε για θέατρο στην αρχαία Αθήνα,μιλάμε για ένα μέσο προπαγάνδας,μιλάμε για ένα μέσο που με αυτό περνούσε τη γραμμή της η κυβερνώσα κλίκα,μιλάμε για την κρατική τηλεόραση της εποχής.Και είναι γνωστή η αυστηρότατη λογοκρισία στην οποία υποβάλλονταν κάθε έργο πριν ανεβεί στη σκηνή του θεάτρου.
Οι "μη υποψιασμένοι","μη θυμώνοντες" και "μη πειραγμενοι" λοιπόν αθηναίοι,σπρώχνονταν από την πολιτεία να πάνε στο θέατρο,για να ακούσουν το κήρυγμα της ισοπέδωσης,για να μάθουν το τίμημα της ανυπακοής,και για να μπορούν να συνεχίσουν να ζουν έτσι καταπιεσμένοι στην Αθήνα,την πόλη που θα φημίζεται για αιώνες μετά την εξαφάνισή της,σαν η πόλη που σε αυτήν γεννήθηκε η δημοκρατία και η ελευθερία.Τερατογενέσεις πράγματι.

Και ο αρχιτέκτονας του χρυσού αιώνα της Αθήνας συνεχίζει στο 37-3: "...είναι πιο πολύ από εσωτερικό σεβασμό που δεν παρανομούμε,στους άρχοντές μας κάθε φορά πειθαρχικοί και στους νόμους,και μάλιστα σε όσους από αυτούς έχουν γίνει για να βοηθούν τους αδικημένους,και σε όσους,και άγραφοι που είναι,όμως φέρνουν ντροπή ομολογημένη."
Με "εσωτερικό σεβασμό" ο Περικλής εννοεί εξωτερικόν καταναγκασμό.Γιατί η πειθαρχία στους άρχοντες όταν αυτοί αδικούν,δεν δείχνει εσωτερικό σεβασμό,αλλά τρόμο για τις συνέπειες μιας ανυπακοής.Και το παράδειγμα το έχουμε μπροστά μας,είναι αυτή τούτη η συγκέντρωση των πολιτών στην οποία μιλάει ο Περικλής.Μιλάει σε ανθρώπους που έχασαν μέλη αγαπημένα της οικογένειάς τους σε έναν πρόσφατο,που μάλιστα την ώρα αυτή της ομιλίας συνεχίζεται,πόλεμο.Πόλεμο που ο ίδιος ο Περικλής επιζήτησε,πόλεμο που μπορούσε να έχει αποφύγει χωρίς να βλαφτεί ούτε η δόξα ούτε η ευμάρεια της αθηναϊκής πολιτείας.Και πώς αλλιώς θα εξηγιόταν η στάση των πολιτών να ακούνε να τους μιλάει για πειθαρχία στους άρχοντες ο άρχοντας που με τις αποφάσεις του δημιούργησε στους ακροατές του τόσες δυστυχίες στον πρώτο κιόλας χρόνο του πολέμου,παρά σαν μια στάση μοιρολατρείας αλλά και τρόμου για τις συνέπειες μιας αντίδρασης;
Αλλά πιο πειθαρχικοί ήσαν οι αθηναίοι,μας λέει ο ομιλητής,στους νόμους που είχαν γίνει για να βοηθούν τους αδικημένους.
΄Ωστε στην Αθήνα υπήρχαν και αδικημένοι! Κατά λάθος θα αδικούνταν βέβαια...Γιατί σε μια τέλεια πόλη όπως στην Αθήνα του Περικλή έτσι όπως την περιγράφει ο Θουκυδίδης,θα είχαν παρθεί όλα τα ανθρωπίνως δυνατά μέτρα για να αποφευχθεί κάθε αδικία.
Ας φωτίσουμε όμως και αυτή την αποστροφή του λόγου.
Ξέρουμε ότι στα δικαστήρια της Αθήνας σπάνια κατάφευγαν οι πολίτες για να βρουν το δίκιο τους όταν ο αντίδικος συνέβαινε να είναι πλούσιος.Και αυτό επειδή ο δικηγόρος -δηλαδή ο ρήτορας που έγραφε τον λόγο υπεράσπισης των κατηγορουμένων-ζητούσε τόσο πολλά χρήματα που οι φτωχοί κατά κανόνα δεν είχαν να πληρώσουν.
Το ίδιο απρόθυμοι ήσαν οι φτωχοί αθηναίοι,οι περισσότεροι αθηναίοι δηλαδή,να πάνε στο δικαστήριο και όταν ακόμα ήσαν όχι ενάγοντες ή κατηγορούμενοι,αλλά και ένορκοι.Στην περίπτωση αυτή η απροθυμία τους οφειλόταν στο γεγονός ότι οι πολίτες θα έχαναν το μεροκάματο.Τέτιος φόβος δεν υπήρχε φυσικά για τους πλούσιους ενόρκους,με αποτέλεσμα να δικάζουν πρακτικά μόνον οι πλούσιοι.Και καταλαβαίνουμε τι συνέπεια είχε αυτό-τις δίκες τις κέρδιζαν οι πλούσιοι.
Με ποιον τάχα τρόπο εννοεί ο Περικλής πως οι αδικημένοι δικαιώνονταν;
Κανείς δεν ξέρει,μιας και ο λόγος δεν μπαίνει σε λεπτομέρειες εκεί που δεν τον συμφέρει.
Αλλά,μας λέει το κείμενο του λόγου, οι αθηναίοι είχαν να υπακούν και σε άγραφους νόμους,που μάλιστα αν παραβαίνονταν θα έφερναν ντροπή στον παραβάτη.
Μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα τέτιους νόμους.΄Ενας θα ήταν ο νόμος που απαγορεύει την κλοπή,άλλος εκείνος που απαγορεύει το αντιμίλημα στους άρχοντες και στους κάθε λογής ισχυρούς.
Πήραμε μιαν ιδέα της αθηναϊκής δικαιοσύνης.
Στο 38 ακούμε ότι η μια γιορτή ερχόταν μετά την άλλη για να διασκεδάζουν οι αθηναίοι.Οι γνωστές φιέστες για να αποξεχνάει ο λαός τα βάσανα και τα δικαιώματά του,και για να μην ξεσηκώνεται.Οι σύμμαχοι,δηλαδή οι υπόδουλοι στην Αθήνα υπόλοιποι έλληνες,πληρώνανε κάθε χρόνο το χαράτσι τους στην ισχυρή Αθήνα.Οι αποικίες αρμέγονταν,οι δούλοι δούλευαν.Γιατί οι πλούσιοι αθηναίοι να μην καλοπερνούσαν με γιορτές και πανηγύρια (αλλά και φιλοσοφώντας,όπως θα δούμε πιο κάτω);
Ακόμα εδώ μαθαίνουμε πως αγαθά έρχονταν από μακρινά μέρη του κόσμου,και πως τα αγαθά αυτά τα απολάμβαναν οι αθηναίοι με τόσην οικειότητα σαν να τα είχε παράγει η δική τους γη.
Τόσο φυσικό αισθάνονταν να δουλεύουν άλλοι γι αυτούς.
Εκείνο που δεν μας λέει ο Περικλής είναι πόσοι από τις εκατό χιλιάδες αθηναίους-δεν μιλάμε για τους δούλους και τις γυναίκες-είχαν την οικονομική δύναμη να αγοράσουν αυτά τα αγαθά.΄Ομως αυτό μας το λένε άλλες πηγές.Και οι άλλες αυτές πηγές μας λένε ότι οι λίγοι απολάμβαναν τα αγαθά που έφερνε στην Αθήνα ο Περικλής.
Στο 39 ο Περικλής συγκρίνει τη Σπάρτη με την Αθήνα για να αποδείξει πως η ζωή των αθηναίων είναι πιο ξεκούραστη στον καιρό της ειρήνης,χωρίς όμως και να υστερούν αυτοί στον πόλεμο όταν έρθει κι αυτουνού η ώρα.
Δε διστάζει προτερήματα της σπαρτιατικής ζωής να τα βαφτίζει ελαττώματα,ώστε να αποδείξει την ανωτερότητα της αθηναϊκής κοινωνίας,με απώτερο σκοπό να δεχτούν οι ακροατές του ότι για μια τέτια πατρίδα όπως η Αθήνα,αξίζει να πεθαίνουν νέοι άνθρωποι,όπως αυτοί πάνω στα πτώματα των οποίων τώρα ο ίδιος ο Περικλής με τον επιτάφιό του ασελγούσε..
Φαγητό και διασκέδαση για τους λίγους και πόλεμος για όλους είναι λοιπόν τα ιδανικά του Περικλή,και ακόμα η παράδοση στους απογόνους μιας ελεύθερης πατρίδας.Πέρα όμως από αυτά δεν βλέπουμε να υπάρχει στην Αθήνα η επιδίωξη κάποιου ιδανικού,που η ύπαρξή του θα δικαίωνε την υστερότερη φήμη της Αθήνας σαν της πόλης του φωτός του αρχαίου κόσμου.Σε έναν λόγο τέτιας επιδίωξης και εμβέλειας θα περίμενε κανείς να ακούσει κάτι και για ηθική,για πνευματικούς προβληματισμούς,για κάποιον σκοπό της ζωής πέρα από τα γνωστά και κοινά για όλους τους λαούς του κόσμου επιτεύγματα και αναζητήσεις.Παρά ακούμε να αντιπαρατάσσεται στον τρόπο ζωής των σπαρτιατών ο τρόπος ζωής των αθηναίων,και με βάση αυτή την αντιπαράθεση και μόνον να επιζητείται να δειχτεί η ανωτερότητα της Αθήνας,
Καταλαβαίνει κανείς πως αυτά ενδιαφέρουν τις μάζες,και γι αυτό εκεί επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ο Περικλής.Οι μάζες όμως των αθηναίων-ο λαός των αθηναίων-δεν θα έπρεπε να δονείται από υψηλότερα ιδανικά πέραν της διαπίστωσης ότι η καθημερινή ζωή του είναι πλουσιότερη από αυτήν των σπαρτιατών,αν θέλουν μερικοί σήμερα να τον παρουσιάζουν σαν τοω ιδανικό λαό που για μια φορά φάνηκε στης γης το χώμα;
Αλλά ας τελειώσουμε και με αυτή την παράγραφο του επιτάφιου,λέγοντας έναν καλό λόγο για τον Περικλή,ή αν θέλετε για τον Θουκυδίδη:ότι δεν κατηγόρησε τους σπαρτιάτες για τη χυδαία συνήθειά τους να πηγαίνουν με γυναίκες.
"Αγαπάμε το ωραίο και μένουμε απλοί".Και πάλι:"Ο πλούτος είναι για μας αφορμή για έργα παρά για παινεψιές και λόγια",διαβάζουμε στο 40-1.
Γιατί όχι;Απλοί και χωρίς να λένε πολλά λόγια μένουν όσοι μ΄ ένα νεύμα τους μπορούν να τσακίσουν όποιον τους αμφισβητήσει κάποιο τους δικαίωμα.Γιατί να φωνάζουν,να χειρονομούν,να παινεύωνται ακόμα;Η κατάσταση είναι γνωστή σε όλους-όποιος παίζει με σημαδεμένη τράπουλα δεν εξάπτεται.
Στο ίδιο,το 40-1,μας ανακοινώνει ο αρχηγός της αθηναϊκής δημακρατίας ότι οι αθηναίοι "αγαπούν" να φιλοσοφούν.
Ας σταθούμε λίγο εδώ για να δούμε τη φιλοσοφία των αθηναίων.
΄Ολες τις φιλοσοφικές σχολές θα τις βρούμε στην Αθήνα του Περικλή.Είτε σαν δημιουργήματα των γηγενών,είτε σαν διδασκαλίες ξενόφερτων,κύρια από τη Μικρά Ασία,φιλόσοφων.
΄Ομως από όλες τις φιλοσοφίες επικράτησαν εκείνες που υπηρετούσαν και που μέχρι και σήμερα υπηρετούν την πλουτοκρατία.Οι άλλες εξαφανίστηκαν από άμεσα χτυπήματα της τότε εποχής-η διδασκαλία τους δεν "διαφημιζόταν",τα βιβλία τους δεν προωθούνταν,οι ιδέες τους δεν εφαρμόζονταν.Παραδείγματα: ο Σωκράτης καταδικάστηκε να πιει το κώνειο γιατί "εισήγαγε καινά δαιμόνια".Ο Αναξαγόρας,όταν ήρθε να διδάξει στην Αθήνα,καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή δίδασκε ότι ο ήλιος δεν είναι θεός αλλά μια διάπυρη μάζα.Σώθηκε και φυγαδεύτηκα από τον Περικλή που ήτανε προσωπικός του φίλος.Ο Πλάτωνας ήθελε να κάψει τα βιβλία του Δημόκριτου που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα.Εμποδίστηκε από τους πυθαγορικούς Αμύκλα και Κλεινία,που του είπανε πως δεν θα πετύχαινε σπουδαία πράγματα με την πράξη του αυτήνε,μιας και τα βιβλία του Δημόκριτου κυκλοφορούσαν και εκτός Αθηνών.Αλήθεια,όλα τα έχουν όχι μόνον πει,αλλά και όλα τα έχουν κάνει οι αρχαίοι έλληνες'ούτε ο Χίτλερ δεν ήτανε πρώτος όταν έκαιγε τα βιβλία των εβραίων.
Αλλά μιας και το έφερε η κουβέντα,ας πούμε πως ούτε η Μαφία είναι εφεύρημα των ιταλών.Γιατί στην Αθήνα υπήρχαν οι καλούμενοι "συκοφάντες",οι οποίοι έπαιρναν χρήματα από πολίτες για να μη τους συκοφαντήσουν για κάτι που δεν είχαν κάνει.Και οι πολίτες τα έδιναν τα χρήματα αυτά για τον λόγο που είπαμε πιο πάνω,ότι δηλαδή τα δικαστήρια,που θα έδειχναν ίσως πως αυτοί δεν έκαναν την πράξη για την οποία κατηγορούνται,ήθελαν τόσο πολλά λεφτά για τους ρήτορες,που ήτανε συμφερότερο να υποκύψουν στονεκβιασμό.
Βλέπουμε και από αυτά πόσο δημοκρατία ήτανε η δημοκρατία της Αθήνας,πόσο αγγελική ήταν η αθηναϊκή κοινωνία,και τέλος πόσο δικαιοσύνη ήταν η δικαιοσύνη της.
΄Ετσι επικράτησαν οι συντηρητικές φιλοσοφίες,και κύρια η φιλοσοφία του Πλάτωνα,η οποία στήριξε τους ισχυρούς κάθε εποχής,μιας και,επειδή τους βοηθούσε στην καταδυνάστευση των αδύναμων,την υιοθέτησαν σαν την κυρίαρχη και αλάθητη φιλοσοφία.
Και όλοι μαθαίνουν από τότε πως υπάρχει μια ψυχή που πετάει σαν αφτέρουγο πουλάκι στο σύμπαν,περιμένοντας με αγωνία πότε θα γεννηθεί ο άνθρωπος για να πάει να εγκατασταθεί μέσα του,πως υπάρχουν οι ιδέες,οι οποίες κι εκείνες προϋπήρχαν πάντοτε κάπου εκεί ψηλά,ξέροντας,οι πονηρές,πως κάποτε θα ερχόταν ο άνθρωπος για να τον υπηρετήσουν,και πως το αγαθόν ταιριάζει μόνον στων ευγενών τη φάρα..
Και η δύση ακολούθησε τις φιλοσοφικές επιταγές του Πλάτωνα για να φτάσει σήμερα στα χάλια που έχει,
Αν ο Πλάτωνας,μαζί με την τάση του για το φιλοσοφείν,ήτανε ένας μεροκαματιάρης,και αν και πάλι έγραφε φιλοσοφικά βιβλία,τότε,με την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα καταστρέφονταν,ίσως να βοηθούσαν τον κόσμο οδηγώντας τον προς την ευτυχία του-γιατί τότε δεν θα αεροβατούσε,παρά θα έσκυβε με αγάπη επάνω στα προβλήματα τα πρακτικά του ανθρώπου.
΄Ομως ο Πλάτωνας ήτανε αυτό που ήτανε-ένας καλοζωϊσμένος αριστοκράτης που δεν ήξερε τι θα πει πόνος και δυστυχία.
Στο 40-4 βλέπουμε ότι πιθανόν ο Πανάγαθος,όταν έφτιαξε τους αγγέλους,άφησε μερικούς παράμερα για να τους στείλει στην αρχαία Αθήνα όταν εμφανιζόταν ο Περικλής,για να έχει αυτός αγγελικούς υπηκόους.Αλλιώς δεν εξηγείται η ομοιότητα στη νοοτροπία των αγγέλων και στη νοοτροπία των αθηναίων όπως μας την παρουσιάζει εδώ ο Περικλής:"Και στην καλή διάθεση απέναντι στους άλλους δεν έχουμε την ίδια γνώμη με τον πολύ κόσμο."(αλλίμονο,δεν θα διέφεραν κι εδώ από τους άλλους προς το καλύτερο-όπως και στα άλλα;)"Τους φίλους μας ζητούμε να τους κερδίσουμε με το να κάνουμε εμείς καλό,όχι οι άλλοι σε μας.Κι είναι πιο σίγουρος εκείνος που κάνει το καλό ότι θα κυττάξει τη χάρη που του χρωστούν να την κρατήσει με τη συμπάθεια που θα δείχνει σ' αυτόν που ωφέλησε."
Όλοι έρουν το καλό που οι αθηναίοι έκαναν στους συμμάχους τους,και ακόμα περισσότερο πόση "συμπάθεια" έδειχναν σ' αυτούς,προκειμένου να κρατήσουν τη "χάρη" που οι σύμμαχοι χρωστούσαν σ' αυτούς...
Αλλά εδώ,στο 40-1,βρίσκεται και η πεμπτουσία του παραληρήματος του Περικλή,βρίσκεται το ζουμί όλης της υπόθεσης του ανθρώπινου δράματος,βρίσκεται συμπυκνωμένο το ευαγγέλιο των καταπιεστών και των εκμεταλλευτών του ανθρώπου από τα κτήνη.
Διαβάζουμε λοιπόν (εμείς είμαστε που χρησιμοποιούμε κεφαλαία γράμματα):"ΚΑΙ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΕΧΤΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΤΡΟΠΗ.ΠΙΟ ΝΤΡΟΠΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΚΥΤΤΑΞΕΙ ΔΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΝΑ ΤΗΝ ΞΕΦΥΓΕΙ."
Μ' άλλα λόγια:δυλέψτε σκλάβοι.Και μη φοβόσαστε,δεν πρόκειυαι να σας κατηγορήσουμε επειδή δεν έχετε λεφτά(διότι εμείς τα έχουμε όλα),ούτε και θα σας ανεχτούμε όμως τεμπέληδες(γιατί τότε ποιος θα συντηρεί και θα μεγαλώνει τον πλούτο μας;)
Αυτά λέει ο πολύς Περικλής στους "δημοκράτες" αθηναίους,τους "συνειδητούς πολίτες",στα τρομοκρατημένα αυτά όντα που δεν τολμούν ούτε να σκεφτούν πως ό,τι ακούνε είναι η μεγαλύτερη ύβρις και για τους ίδιους και για τους νεκρούς τους.Υποταγμένα όντα-να οι δημοκράτες του Περικλή όπως και κάθε Περικλή σύγχρονου ή και παλιού.Δικτατορία με νόμους επικυρωμένη ώστε κανείς να μην μπορεί να την αμφισβητήσει -αφού τέτιες συνθήκες είχαν επιβάλει στην πολιτική ζωή της Αθήνας οι κατέχοντες,που κάθε τέτια αμφισβήτηση θα θεωρούνταν προδοσία.Η θεωρί α για το δίκαιο του ισχυρότερου σε πλήρη άνθιση και καρποφορία.Ή ζούγκλα σε ολόκληρη τη μεγαλοπρέπειά της-ιδού η δημοκρατία της Αθήνς του Περικλή,όπως ιδού η δημοκρατία του Παρισιού, ιδού η δημοκρατία του Βερολίνου,ιδού η δημοκρατία των Βρυξελλών,ιδού η δημοκρατία της Ρώμης,ιδού η δημοκρατία του Καϊρου,ιδού η δημοκρατία του Πεκίνου.
Αφού όμως έτσι έχουν τα πράγματα,θα διασώζαμε τουλάχιστο την αξιοπρέπειαα και της παλιάς Αθήνας,και των σύγχρονων μιμητών της,αν ονομάζαμε το πολίτευμά της αντί δημοκρατία δικτατορία.
Ούτε όμως την αξιοπρέπεια αυτή δεν έχουμε ούτε εμείς ούτε οι αρχαίοι αθηναίοι,ούτε και όσοι ασχολούμενοι με αυτούς,τους αποκαλούν,αναισχύντωσ.δημοκράτες.
Αλλά ο Περικλής δεν αφήνει περιθώρια ούτε ατομικής αξιοπρέπειας στους αθηναίους.Γιατί θα ήταν αλήθεια αξιοπρεπής όποιος διαχώριζε τη θέση του από τη βρωμερήν αυτή μάζα και αποτραβιόταν σε μια καλύβα και τρεφότανε με τρόφιμα που ο ίδιος καλλιεργούσε,μη μετέχοντας σε αυτή την κτηνώδη κοινωνία του αλληλοφαγώματος και της ηθικής κατάπτωσης.Η προτροπή όμως του μέγα Περικλή άλλα επιτάσσει:"όποιος δεν συμμετέχει στα κοινά είναι άνθρωπος άχρηστος"!
41-1:"Η πόλη μας είναι το σχολείο της Ελλάδας".
Εδώ η δουλεία,η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο,ο σκοταδισμός,η δεισιδαιμονία,η τεμπλιά,προβάλλονται σαν τάξεις στο σχολείο του τότε έλληνα.
Αλλά δυστυχώς για τον άνθρωπο,η Αθήνα υπήρξε και το σχολείο γι όλη την ανθρωπότητα,γι αυτό και η ανθρωπότητα έχει τα χάλια που έχει.Αν η ιστορία μελετούσε και τις υποθετικές εξελίξεις του κόσμου-πράγμα αδύνατο-,θα στεκόταν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον μπροστά στο καλό που θα είχε η ανθρωπότητα στην περίπτωση που η Αθήνα δεν είχε υπάρξει.Ίσως τότε αυτή
να είχε ακολουθήσει δρόμο άλλον,ο οποίος με συμπράττουσες και άλλες ,πιθανές τότε,συνιστώσες,θα είχε ίσως οδηγήσει στην ευτυχία του ανθρώπου.
Αλλά έχουμε κι άλλα δείγματα παραληρητού από τον πρώτο πολίτη της Αθήνας,που τη δημοκρατία του που εδώ παινεύει ο Θουκυδίδης,σε έλλο σημείο του έργου του την χαρακτηρίζει με το αληθινό της όνομα:"ενός ανδρός αρχή"
Και είναι το δείγμα αυτό το ακόλουθο,από το 41-3:"η πόλη μας είναι η μόνη από τις τωρινές,που ούτε στον εχθρό,που ήρθε να τη χτυπήσει,δίνει να θυμώσει,από τι ανθρώπους κακοπαθεί,ούτε στον υπήκοο να παραπονεθεί ότι τον εξουσιάζουν ανάξιοι".
Δικτάτορας που επαίρεται ότι υποτάσσει έτσι τους δούλους του,που αυτοί να μη δυσανασχετούν για την υποταγή τους,πώς θα χαρακτηριζόταν αλήθεια από ανθρώπους που μπορούν να σκέφτωνται;
Το αφήνω στην κρίση των αναγνωστών,που αν δεν μπορούν να δώσουν τον χαρακτηρισμό που αρμόζει,δεν έχουν λόγο να ξαναπιάσουν στα χέρια τους αυτό το κείμενο γιατί δεν μιλάει με τη δική τους γλώσσα.
Αλλά και άλλη αντίθεση των αθηναίων με τους υπόλοιπους ανθρώπους:"Και μόνο εμείς κάνουμε άφοβα το καλό στον ένα και στον άλλο,πιο πολύ γιατί έχουμε την πίστη πως είμαστε άνθρωποι λεύτεροι,παρά γιατί λογαριάζουμε το συμφέρον μας".Ναζωραίε,τώρα το ξέρουμε,το βάθρο της διδασκαλίας σου,το "αγαπάτε αλλήλους" το έκλεψες από τοω επιτάφιο του Περικλή.
Στο 41-5 το συμπέρασμα:για μια τέτια πόλη αξίζει να πεθαίνει κανείς,όπως πέθαναν και αυτοί που σήμερα τιμούνται,αλλά αξίζει να πεθάνουν κι άλλοι για χάρη της.Απαραίτητο συμπέρασμα βέβαια.Άλλωστε γι αυτό το συμπέρασμα δεν εκφωνήθηκε και ο λόγος ολόκληρος;
Στη συνέχεια,στο 42,βλέπουμε τον Περικλή,σαν παντοδύναμος που είναι,να δίνει άφεση όλων των αμαρτιών εκείνων που έπεσαν για την πατρίδα-και αν ακόμα κάποιος από αυτούς που έπεσαν υπέρ πατρίδος ήτανε "κάπως κακός"(γιατί ποιος αθηναίος θα μπορούσε να είναι πολύ κακός;),όταν πέθαινε πολεμώντας διαγράφονταν όλες του οι αμαρτίες.Κάπως όπως διαγράφονται οι μαρτίες των μωαμεθανών που πεθαίνουν για την πατρίδα.Νομίζει κανείς πως πηγή για τον χριστιανισμό και για τον μωαμεθανισμό δεν ήταν η θρησκεία των εβραίων,αλλά ο επιτάφιος του Περικλή.
Πιο κάτω,στο 42-4,ομολογεί ο Περικλής πως ο πόθος των φτωχών (ώστε λοιπόν υπήρχαν και φτωχοί στην Αθήνα..Όμως όλοι τόσο ποτισμένοι από την Περίκλεια δημοκρατία,που σημασία δεν έδιναν στην φτώχεια τους,μπροστά στις μεγαλομανείς ιδέες της κλίκας του Περικλή),ήτανε να γίνουν μια μέρα πλούσιοι,και μάλιστα ότι ο πλούτος ήτανε σκοπός ζωής,ώστε να θεωρείται πως η θυσία του πόθου αυτού,που συνίστατο στον θάνατο για την πατρίδα,εθεωρείτο και το μέτρο της αγάπης (του φτωχού)για την πατρίδα.
Αλλά στο ίδιο μαθαίνουμε ότι τόσο οι αθηναίοι ήσαν άσχετοι προς τον φόβο,ώστε πεθαίνοντας,εγλίτωναν όχι από τον φόβο(που ποτέ δεν θα μπορούσαν να νιώσουν),αλλά από την ιδέα ότι θαα μπορούσαν να φοβηθούν.
Τέτιες ασυναρτησίες αλλά και άλλες παρόμοιες που θα μπορούσε κνείς να αναφέρει εδώ αν ήθελε να μακρυγορήσει,θα δικαιολογούνταν από την σκοπιμότητα της δημιουργίας μιας θρησκείας.Μήπως αυτό επεδίωκε ο Θουκυδίδης;Αν όχι αυτό,κάτι παρόμοιο πάντως,το οποίο και πέτυχε,την αναγόρευση δηλαδή της Αθήνας σε πατρίδα της "δημοκρατίας" από κείνους που είχαν και έχουν συμφέρον να συντηρούν τέτιες "δημοκρατίες".
Ας όψεται η γλώσσα που είχε εδραιωθεί,βαφτίζοντας "μεγάλους" όσους έγραψαν σ' αυτή,όσες βλκείες κι αν είπαν με τ γραφτά τους αυτά.
Στο 43 ακούμςε πως ο πολίτης της Αθήνας ήταν τόσο δεμένος με την πόλη,η μονάδ με το σύνολο,που δεν δίσταζε να πεθαίνει γι το συμφέρον της ολότητας.Και αυτό όχι όπως πεθαίνοτυν οι δούλοι ή οι εξαναγκασμένοι για τούτο υπήκοοι άλλων ,ανελεύθερων και ανάλγητων για τους κατοίκους τους πόλεων,αλλά όπως πεθαίνουν ;νθρωποι ελεύθεροι ένα συνειδητόν θάνατο για την αγαπημένη τους πατρίδα,Ξέρουμε όμως πως από τους αθηναίους οι περισσότεροι ζούσαν μια ζωή καταπιεσμένη,ανελεύθερη,δυστυχισμένη.Πώς θα μπορούσε οι δυστυχείς και φτωχοί ναα δώσουν τη ζωή τους για μια πατρίδα που τους έκανε δυστυχείς;Θα πρ;πει ή να εξαναγκάζονταν σ' αυτό,ή να ήσαν πνευματικά ανάπηροι που να παίρνουν τη δυστυχία τους για ευτυχία.Κατά τη γνώμη μς συνέβαιναν και τα δύο για διάφορα άτομα ή σύνολα ατόμων-πως η πλύση του εγκεφάλου των θηναίων από το θέτρο από τη μια.και από την άλλη η τρομοκρατία τους από τους άνομους νόμους ήτανε το αίτιο γι αυτή τους τη "θυσία" υπέρ της πατρίδας.
Στο 43-1 φτάνει ακόμ,γι να ερεθίσει τη φτιαχτή φιλοπατρία των αθηναίων ,να χρησιμοποιήσει μως και το ερωτικό αίσθημά τους.Τους υποδείχνει ν' αγαπήσουν την πατρίδα σαν ερωμένη.(το ΆσμαΑσμάτων,οι ύμνοι για την Παναγία και ο Νυμφίος που έρχεται εν τω μέσω της νυκτός μας έρχονται στο νου μέσα από τα πονηρά επιχειρήματα του Περικλή στην προσπάθειά του να κρατήσει τα κεκτημένα)
Στο 44-1 μαθαίνουμε πως ευτυχία είναι να πεθαίνει ο αγαπημένος των αθηνα:ικών σπιτιών για την πατρίδα,κι εκείνοι να τον θρηνούν.Πιο πάνω,στο 43-1,ο Περικλής ταυτίζει την ελυθερία με την ευτυχία.(μόνο που ο πεινασμένος δεν είναι ελεύθερος,οι αθηναίοι πεινούσαν,άρα οι αθηναίοι δεν ήσαν ευτυχισμένοι)Εδώ μας λέει ότι ευτυχία είναι να θρηνείς πάνω από τον τάφο του δικού σου ανθρώπου που έπεσε για την πατρίδα.Τέτια λατρεία του πολέμου δεν έχει ξαναφανεί.Συμπληρώνει,ευτυχώς,πως του είναι δύσκολο να τους κάνει να το πιστέψουν αυτό.Μπράβο του.
Στο 44-3 έρχεται η προτροπή-εντολή για την μεγάλη ανάγκη:την τεκνοποίηση από όλους-και από υτούς που έχασαν τα παιδιά τους σ' αυτό τον πόλεμο,γι να πεθλανουν σε κ;ποιον άλλο πόλεμο.Τι κτήνος πρέπει να κλείνει μέσα του ο Περικλής ώστε πριν θαφτούν τα παιδιά εκείνα,αυτός να τους ζητάει κι άλλα..Και δεν πρόκειται μόνο για απαίτηση.Τους προειδοποιεί και τους απειλεί μαζί,υπενθυμίζοντάς τους ότι όποιος δεν έχει παιδιά,δεν θα έχει λόγο στα κοινά..
°πευθύνται όμως και στα γερατειά ο αρχηγός της αθηναϊκής ηγεμονίς.Και τι τους λέει;"Ζήστε όσο ζείστε τρώγοντας τιμή.Γιατί λεφτά μην περιμένετε αφού πια δεν μπορείτε να δουλέψετε ή να πολεμήσετε.Γιατί,να ξέρτε,"χαρά δεν είναι να κερδίζει κανείς χρήματα,είναι να τον τιμούν"
Να λοιπόν ,κι άλλη χαρά μοίρασε ο Περικλής σε μια μερίδα των αθηναίων,όπως οι κινηματίες μοιράζουν ελυθερίες στο λαό.Τα λεφτά,που δε φέρνουν χαρά ούτε τιμή,τα φυλάνε για τον εαυτό τους και την κλίκα τους και οι Περικλήδες και οι Παπανδρέηδες. Τα υπόλοιπα όλα,δεν έχουν λόγο να μη τα μοιρ;ζουν αφειδώς..
Στο 45 πιάνει τώρα και τα παιδιά και τους αδερφούς όσων κείνται νεκροί μπροστά στα μάτια τους.Και τους θυμίζει-μη τύχει και κανένας το ξχάσει-πως κι εκείνοι,όταν λερθει ή ώρα πρέπει κι αυτοί να πεθάνουν-είχε δα πολύν κιρό ακόμα ο πόλεμος εκείνος για να τελειώσει..
Και τελειώνςει με τις γυνίκες που έμειναν δίχως άντρα,λέγοντάς τους αυτό που ήδη ξέρουν,δηλαδή να είναι φρόνιμες,γιατί έτσι θα έχουν δόξα.
Δόξα σε όλο το συγγενολόϊ.Να ένα μεγάλο κλό του πολέμου-μοιράζει τόσο απλόχερ τη δόξα..
Η τελευταία φράση του λόγου,"Τώρα,αφού αποκλάψει καθένας τον δικό του,πηγαίνετε στα απίτια σας",εμένα στ' αυτιά μου κούγεται σαν ανακούφιση που τελείωσε ο λόγος:"Ουφ! Τελείωσε και η δική μου υποχρέωση.Άντε τώρα,κλάψτε τους κι εσείς όπως είνι κι η δική σας υποχρέωση,και πηγαίνετε να συηεχίσετε τη ζωή σας φροντίζοντας εκείνα που σας είπα".
Βέβαια ο λόγος αυτός ποτέ δεν εκφωνήθηκε.Και δεν τον έγραψε ο Περικλής αλλά ο Θουκυδίδης.Και ο Θουκυδίδης ήθελε να δώσει το παράδειγμα ενός τέλειου κράτους -πόλης με το λόγο του αυτόν.Είπε δηλαδή ένα παραμύθι.Μ' αυτό συμφωνούμε,ένα παραμύθι πιο πάνω είτε πιο κάτω δεν βλάφτει.Βλάφτει όμως και πολύ μάλιστα,να παίρνουν στα σοβαρά μερικοί αδαείς ή καιροσκόποι το "μεγαλείο" της Αθήνας,και,ακόμα χειρότερο,να το προβάλουν για παράδειγμα προς μίμηση μιας θεν δήδημοκρατικής,ελεύθερης,δίκαιης πολιτείας.


Γεώργιος Χολιαστός